αμηνόρροια

Η έλλειψη εμμήνων. Υπάρχουν δύο μορφές α.· η μία όταν τα έμμηνα δεν εμφανίζονται ποτέ και η άλλη όταν, ενώ πρώτα ήταν κανονικά, ξαφνικά δεν εμφανίζονται πλέον, από αιτίες που σχετίζονται με τη μήτρα, τις ωοθήκες, τον θυρεοειδή, τα επινεφρίδια, την υπόφυση ή νευρικές και ψυχικές αιτίες. Φυσιολογικά, η α. υπάρχει πριν από την ήβη και μετά την εμμηνόπαυση, όπως επίσης στην περίοδο της κύησης, της λοχείας και του θηλασμού. Η α. έχει διάφορες ονομασίες, ανάλογα με την περίπτωση που χαρακτηρίζει. Αραιομηνόρροια αποκαλείται η κατάσταση κατά την οποία τα έμμηνα εμφανίζονται πολύ σπάνια. Αντίθετα, οι μηνορραγίες και οι υπερμηνορραγίες εμφανίζονται όταν τα έμμηνα παρατείνονται πέρα από τον συνηθισμένο χρόνο και μπορούν να προέρχονται από ινομυώματα, πολύποδες και άλλες αιτίες. Τέλος, τα άτακτα έμμηνα, που εμφανίζονται ακανόνιστα χωρίς να ακολουθούν κάποιον κύκλο, ονομάζονται μητρορραγίες. Οι μητρορραγίες οφείλονται σε διάφορα αίτια και μπορούν να έχουν σοβαρές συνέπειες, γι’ αυτό και είναι απαραίτητη η εξακρίβωσή τους.
* * *
η Ιατρ.
η έλλειψη έμμηνης ρύσης, δηλαδή τής φυσιολογικής περιοδικής αιμορραγίας τής μήτρας στη γυναίκα τής αναπαραγωγικής ηλικίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < amenorrh(o)ea, νεολατιν. επιστημον. όρος < α- στερ. + μηνόρροια*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αμηνόρροια — η (ιατρ.), η παροδική ή οριστική διακοπή της εμμηνόρροιας της γυναίκας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εγκυμοσύνη — Κατάσταση στην οποία βρίσκεται η γυναίκα που φέρει στον οργανισμό της ένα ή περισσότερα έμβρυα σε ανάπτυξη. Η ε. αρχίζει με τη γονιμοποίηση και τελειώνει με τον τοκετό. Η ε. αποκαλείται φυσιολογική ή ενδομήτρια, όταν το προϊόν της σύλληψης… …   Dictionary of Greek

  • εμμηνορρυσία — Φυσιολογική περιοδική λειτουργία της γυναίκας, που παρατηρείται κατά την περίοδο της γεννητικής της δραστηριότητας, από την ήβη έως την εμμηνόπαυση, όταν δεν υπάρχει κύηση. Το κύριο εξωτερικό σύμπτωμα είναι η ροή άπηκτου αίματος μαζί με στοιχεία… …   Dictionary of Greek

  • νευρική ανορεξία — Παθολογική κατάσταση, που –οδηγώντας κυριολεκτικά σε λιμοκτονία– μπορεί να καταλήξει σε θάνατο. Είναι μια διαταραχή ψυχολογική, κατά την οποία το άτομο που υποφέρει πιστεύει ότι είναι υπέρβαρο, παρά το γεγονός ότι είναι επικίνδυνα αδύνατο. Το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.